«Home» at last (ή «ελα εδω που δεν θα περισσευεις»)

31 Οκτ.
DSC_1840

image by Natassa Dialisma

Χερια δεν εχω.
Ανοιγω πορτες με το στομα.
Δεν θυμαμαι τα χερια μου.

Το στομα επαιζε με την αφη.
Εποχες ξεχασα να γευομαι.
(εβλεπα πολλα χρωματα τοτε).

Αγγιζα πομολα.
Ανοιγοκλεινα πορτες,
κι οταν  νομιζα πως ημουν μεσα,
εισοδους ονειρευομουν.

Εξω παλι.  (σε καθε «μεσα» περισσευα).
Εγινα αορατη.

Ησυχασε το στομα.

(Φεβρουαριος 2013)

DSC_1845

image by Natassa Dialisma

Νίκος Καζαντζάκης – Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και μερικές σκέψεις για τις μάσκες και την ποίηση

21 Ιαν.
photo by Natassa Dialisma

the bright side of the moon #13, photo by Natassa Dialisma

Ο Ζορμπάς κοίταξε τ’ αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τά ‘βλεπε για πρώτη φορά.

-Τι γίνεται εκεί απάνω! μουρμούρισε.
Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε.
-Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά;
Ποιος τα έκαμε; Γιατί τα έκαμε; Και πάνω απ’ όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε;
-Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το εξηγήσω.
-Δεν ξέρεις! έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν.
Όμοια γούρλωσαν και μιαν άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό.
Σώπασε λίγο, άξαφνα ξέσπασε:
-Τότε τι ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δεν λένε αυτό τι λένε;
-Λένε τη στενοχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν’ απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.
-Να τη βράσω τη στενοχώρια τους! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση το πόδι του στις πέτρες.
the bright side of the moon #8, photo by Natassa Dialisma

the bright side of the moon #8, photo by Natassa Dialisma

Ο παπαγάλος στις ξαφνικές φωνές τινάχτηκε απάνω:
-Καναβάρο*! Καναβάρο! έσκουζε σα να ζητούσε βοήθεια.
-Σκασμός και συ! έκαμε ο Ζορμπάς κι έδωκε μια γροθιά στο κλουβί.
Στράφηκε πάλι σε μένα
-Εγώ θέλω να μου πεις από που ερχόμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές.
Θα ‘χεις στύψει δυο τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί∙ τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε, αχ, να μπορούσα να του ‘δινα μια απόκριση!
Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη∙
μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ‘ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του ανθρώπου
δεν μπορεί να προχωρέσει.
-Δεν απαντάς; έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:
-Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ’ ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η γης μας∙
τ’ άλλα φύλλα είναι τ’ αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε
με λαχτάρα∙ τ’ οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει∙ το γευόμαστε, τρώγεται∙ το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου∙ από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος.
Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια το θρο που κάνουν τα φύλλα του γιγάντιου δέντρου,
νιώθουμε το χυμό ν’ ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας.
photo by Natassa Dialisma

photo by Natassa Dialisma

Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει…
Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
-Τι αρχίζει; ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
-…Αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση,
που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε: «Θεός»∙ άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».
Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα∙ βασανίζουνταν να καταλάβει.
-Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο∙ τον κοιτάζω και δεν φοβούμαι. Όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει.
Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:
-Όχι, δε θ’ απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «σφάξε με, αγά μου, ν’ αγιάσω!»
Δε μιλούσα∙ στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
-Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου λεύτερη βούληση
-αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το ‘ξερα, και γι αυτό δε μιλούσα.
Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να πω, πήρε το κλουβί σιγά σιγά, να μην ξυπνήσει ο παπαγάλος, το τοποθέτησε δίπλα από το κεφάλι του και ξάπλωσε.
-Καληνύχτα, αφεντικό, είπε∙ φτάνει.
Ζεστός νοτιάς φυσούσε πέρα από το Μισίρι και μέστωνε τα τζερτζεβατικά και τα φρούτα και τα στήθια της Κρήτης.
Τον δέχουμουν να περιχύνεται στο μέτωπο, στα χείλια μου και στο λαιμό, κι έτριζε και μεγάλωνε, σα να ‘ταν πωρικό, το μυαλό μου.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν ήθελα. Δε συλλογίζουμουν τίποτα∙ ένιωθα μονάχα, στη ζεστή ετούτη νυχτιά, κάτι μέσα μου, να μεστώνει.
Έβλεπα, ζούσα καθαρά το καταπληχτικό ετούτο θέαμα: ν’ αλλάζω. Ό,τι γίνεται πάντα στα πιο σκοτεινά υπόγεια του στήθους μας,
γίνουνταν τώρα φανερά, ξέσκεπα, μπροστά μου. Κουκουβιστός στην άκρα της θάλασσας, παρακολουθούσα το θάμα.
Τ’ αστέρια θάμπωσαν, ο ουρανός φωτίστηκε, κι απάνω στο φως χαράχτηκαν με ψιλό κοντύλι τα βουνά, τα δέντρα, οι γλάροι. Ξημέρωνε.
(Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, απόσπασμα)
photo by Natassa Dialisma

photo by Natassa Dialisma

Χωρίς όρια το σύμπαν,

πώς να βάλω όρια εγώ ο άνθρωπος;

Κι είμαι εδώ, με μια γνώση που με περιγελά…

Με μόνη σιγουριά το θάνατο.

Τούτη είναι η μόνη φορά που το θέλω μου

είναι γιγάντιο.

Η λύτρωσή μου είναι να ονομάσω το Θάνατο «ελεύθερη βούληση»

Παιγχνίδι από ανάγκη η ονομασία.

Που είμαι; ο σκοπός, ο ρόλος που μου δόθηκε;

Η απάντηση απουσιάζει, η Σοφία σκύβει το κεφάλι, η Γνώση κωφεύει.

Ο Φόβος έτοιμος για θρίαμβο.

Η αδυναμία μου μεταμορφώνεται.

Ψάχνω τα όπλα μου.

Η Ποίηση. Ούτε αυτή θα μου δώσει απαντήσεις.

Ημερεύει την καρδιά μου όμως.

Παίρνει την αγριάδα από το βλέμμα – βλέμμα τρελλού που δίνει ο φόβος του άγνωστου –  και την μεταμορφώνει…

Βάλε τη μάσκα σου

ή

Βγάλε τη μάσκα σου

Απαθανάτισε την αγωνία, τρέξε στις λέξεις να βρεις φυλαχτό.

Εκεί ίσως καταλάβεις…το αναπόφευκτο σε τρομάζει.

Διάλεξε λέξεις και κάντο ελευθερη βούληση.

Χωρίς μάσκα πιά, ημέρεψε….

photo by Natassa Dialisma

photo by Natassa Dialisma

Τώρα που δεν είσαι μπροστά μου και δεν βλέπεις τι έκφραση παίρνει το πρόσωπο μου
και δεν κινδυνεύω να φανώ τρυφερός και γελοίος σου λέω πως σ’αγαπώ πολύ…

(δανείζομαι από τον Καζαντζάκη, κι από το γέλιο του Ζορμπά)

.

Surrender, Elvis Presley

16 Ιαν.
Red Night 049, photo by Natassa Dialisma

Red Night 053, photo by Natassa Dialisma

Φορές η επιθυμία δεν χωρά στο Θέλω.
H φύση, το προνόμιό της η ηδονή, μουδιάζει από την αγάπη
μέχρι νάρθει η στιγμή να απογειωθεί

O αισθησιασμός μου είναι συνέπεια του έρωτά μου. χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε.

Παιγχνίδια για μεγάλους, αντέχω.

Θέλω, μπορείς;

…για να παραδοθεί κανείς δεν φτάνει να του ζητηθεί, πρέπει να το θέλει, να το μπορεί

γεννήθηκα περιμένοντας

Θέλω…μ΄αυτή τη λέξη γεννήθηκα…περιμένοντας

παιγχνίδια για μεγάλους κι εγώ…μεγάλωσα εγώ;

Φορές οι λέξεις είναι λίγες, δεν αρκούν

παιγχνίδια για μεγάλους

(για τις Κόκκινες Νύχτες, για το αίμα που δεν κύλησα μέσα του και για τα όνειρα που δεν με φιλοξένησαν)

Red Night 049, photo by Natassa Dialisma

Red Night 049, photo by Natassa Dialisma

When we kiss my heart’s on fire
Burning with a strange desire
And I know, each time I kiss you
That your heart’s on fire too

So, my darling, please surrender
All your love so warm and tender
Let me hold you in my arms, dear
While the moon shines bright above

All the stars will tell the story
Of our love and all its glory
Let us take this night of magic
And make it a night of love

Won’t you please surrender to me
Your lips, your arms, your heart, dear
Be mine forever
Be mine tonight

Τα μοναχικά βήματα, Τάσος Λειβαδίτης

7 Ιαν.
image by Natassa D.

image by Natassa Dialisma

Υπάρχει λένε μια μεγάλη περιπέτεια για τον καθένα μας, αλλά που θα την βρούμε;

Προς το παρόν ξεφυλλίζουμε τα παλιά ημερολόγια μήπως και σώσουμε κάτι απ’ τα χρόνια…

Αλήθεια τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, ποιός θυμάται τι έγινε χτες, όλα θολά συγκεχυμένα…

Το πρωί περπατάω πάνω στα ερείπια δύο πολέμων για να πάω στην κουζίνα για καφέ.

Οι αλήτες κοιτάζουν τα τραίνα που φεύγουν και τα μάτια τους για μια στιγμή μένουν ορφανά και πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών,
δεν είναι η βροχή αλλά τα απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε.

photo by Natassa D.

photo by Natassa Dialisma

Οι μεθυσμένοι τρικλίζουν κάτω απ’ το βάρος της απεραντοσύνης, έξω απ’ τα ορφανοτροφεία,
σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια κι η γυναίκα στο παράθυρο τόσο θλιμμένη,
που είναι έτοιμη να φύγει για τον ουρανό.

Όλα θολά συγκεχυμένα… Οι άλλοι φτιάχνουν από μας ένα πρόσωπο για δική τους χρήση… ποιοί είμαστε; …
άγνωστο… και μόνο καμιά φορά μέσα στους εφιάλτες μας βρίσκουμε κάτι απ’ τον αληθινό εαυτό μας.

photo by Natassa DIalisma

photo by Natassa DIalisma

Χέρια που γκρεμίστηκαν σε αδέξιες χειρονομίες, μενεξεδένια ευσπλαχνία του δειλινού που σκορπίζει λίγες βασιλικές δαντέλες στα γηροκομεία.

Το θεϊκό δικαίωμα των φτωχών πάνω στα υπάρχοντα των άλλων, τα μοναχικά βήματα του περαστικού που σου θυμίζουν όλη τη ζωή σου
κι ο πατέρας μου πεθαμένος εδώ και τόσα χρόνια έρχεται κάθε βράδυ και με συμβουλεύει στον ύπνο μου… μα πατέρα του λέω, ξεχνάς ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι;

photo by Natassa Dialisma

photo by Natassa Dialisma

Ω γενιά μου χαμένη πήραμε μεγάλους δρόμους… μείναμε στη μέση… η ώρα του θανάτου μας είναι γραμμένη σ’ όλα τα ρολόγια.

Φίλοι παιδικοί που είστε; με ποιούς θα συνεχίσω τώρα την περιπλάνησή μου στο άπειρο;

Οι μεγάλοι κάθονται στα καφενεία, οι γρύλοι τα βράδια προσπαθούν να συλλαβίσουν το ανείπωτο,
η μητέρα άνοιγε τα γράμματα με τη φουρκέτα της…

Η ζωή μας είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούμε να το μοιραστούμε…
μια θλίψη τ’ απογεύματα σαν άρωμα από παλιά βιβλία και κάθε φορά που προσπερνάμε ένα διαβάτη,
είναι σαν να λέμε αντίο σ’ όλη τη ζωή.

Θυμάσαι τις ερωτικές στιγμές μας Άννα; Το φύλο σου σαν ένα μισανοιγμένο όστρακο που τ’ ακούμπησε εκεί μια μακρινή τρικυμία,
τα στήθη σου δύο μικρά ηλιοτρόπια μες τ’ αλησμόνητο πρωινό.

Οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δύο.

Κάποτε θα αυτοκτονήσω μ’ έναν τρόπο συνταρακτικό, με χαμηλόφωνα λόγια από παλιές συνωμοτικές μέρες…

Α ζωή, μια χειραψία με το άπειρο πριν χαθείς για πάντα…

Τα παιδιά ξέρουν καλά ότι το αδύνατο είναι η πιο ωραία λύση…
ενώ στο βάθος του δειλινού οι δύο οργανοπαίχτες με τ’ ακορντεόν παίζανε τώρα για την τύχη και τα καπέλα τους επιπλέανε ναυαγισμένα στη μουσική…
(Τάσος Λειβαδίτης, Τα μοναχικά βήματα)

image by Natassa Dialisma

image by Natassa Dialisma

μια μεγάλη περιπέτεια
για τον καθένα…
η δική μου
….Θέλω
ακίνδυνες ανατροπές δεν υπάρχουν,

χιλιάδες χρόνια περπατώ,

αφουγκράζομαι, ανασαίνω, προσμένω,

Θέλω…

το πρόσωπό μου χάθηκε και ξανασμιλεύτηκε

ο χρόνος κλέβει

Θέλω…

ξέρεις; βλέπεις; καταλαβαίνεις;

μοναχικά βήματα

συνομήλικοι πότε γίναμε πατέρα;

Θέλω…

εραστές πότε γίναμε;  (το όνομά σου το μυστικό μου)

χιλιάδες χρόνια…

Θέλω…

πλάνης υπήρξα

πως θα μοιρασθώ ότι δεν καταλαβαίνεις;

το φύλλο μου μισάνοιχτο λουλούδι

Θέλω…

πόσες οι διαδρομές για την επανάσταση;

οι εραστές…υπήρξε το πριν;

ακίνδυνο τίποτα

νοιώθεις;

τα χέρια προσφέρουν

η ωραία λύση,  μέσα μου – σχήμα-

το α-δύνατο δεν υπάρχει.

this is a poem, photo by Natassa Dialisma

this is a poem, photo by Natassa Dialisma

Roberta Flack – The First Time Ever I Saw Your Face

26 Δεκ.

image by Natassa Dialisma

The first time, ever I saw your face
I thought the sun rose in your eyes
And the moon and the stars
Were the gifts you gave
To the dark, and the endless skies
My Love.

And the first time, ever I kissed your mouth
I felt the earth move in my hands
Like the trembling heart
Of a captive bird
That was there, at my command
My Love.

And the first time, ever I lay with you
I felt your heart so close to mine
And I knew our joy
Would fill the earth
And last, til the end of time
My Love.
And last, ’til the end of time.
My love.

The first time, ever I saw
Your face
Your face
Your face
Your face.

 

Christmas night, Wishes for love

25 Δεκ.
untitled, image by ant_y

untitled, image by ant_y

Ευχές γι΄απόψε, για μια Νύχτα Αγάπης.

Κι οι άλλες 364 τι θ΄απογίνουν;

Πέρσι τον Οκτώβρη, στις 11 του μήνα, μου’χε έρθει ένα υπέροχο τετράστιχο του Borges, μήνυμα αληθινής αγάπης, που με στήριξε σε μια πολύ δύσκολη στιγμή.

“δεν μπορώ ν΄αλλάξω το παρελθόν ή το μέλλον σου,

όταν όμως με χρειάζεσαι θα είμαι εκεί μαζί σου”

Αυτό λοιπόν εγώ το λογάριασα αγάπη. Και το πίστεψα.  Για όλο το χρόνο.  Για τη ζωή μου.  Κι έφυγα ψηλά στον ουρανό, και μπλέχτηκε το γέλιο μου στα σύννεφα κι αντήχησε ως τη κορφή του βουνού. Το πήραν στα φτερά τους οι αετοί και το κατέβασαν στη θάλασσα, κι έφυγε το γέλιο της αγάπης με μια ανάσα προίκα και βυθίσθηκε στα πιο όμορφα νερά, έφθασε στο απόλυτο σκοτάδι του βυθού κι ακούστηκε στους ωκεανούς. ΦΩΣ…όταν με χρειάζεσαι θα είμαι εκεί μαζί σου.

sea, image by Natassa Dialisma

sea, image by Natassa Dialisma

Το γέλιο κάπου ανάμεσα στα σύννεφα και στους βυθούς γνώρισε τη σιωπή,

Έμεινε κοντά της, ξαναταξίδεψε…κύκλος αέναος. Έτσι είναι με το γέλιο, έρχεται, φεύγει, ξαναέρχεται. Όπως με τη χαρά, τον πόνο, τη λύπη, τον πόθο, την αγωνία…αέναοι κύκλοι.

Η αγάπη όμως όταν έρθει, δεν μπορεί να φύγει από αυτόν που την ένοιωσε. Να ανοίγει το δέρμα και να μπαίνει μέσα του. Να σκίζει την καρδιά και να γίνεται κομμάτι της. Να αγκιστρώνεται στις αισθήσεις. Η αγάπη κάνει κύκλους μόνο για να ανανεώνει τη δύναμή της.

Την εύχεται, την ονομάζει, την προσκαλεί, την προσφέρει…την καταλαβαίνει; την αντέχει; Δύσκολη…..μοναδικά υπέροχη. Αν ήταν σχήμα δεν θα ήταν ποτέ κύκλος. Ότι σχήμα θέλεις δώσε, όμως κύκλος δεν είναι. Δεν έρχεται και φεύγει. Μένει, κι όποιος ξεχνά τη λέξη, όταν την είπε είναι γιατί δεν την ένοιωσε ποτέ ή όπως λέει κι ο αγαπημένος  Χουάν Χελμάν «αυτός που ξέχασε το ίδιο κάνει αν ξεχνάει ή αν θυμάται.»

Μια νύχτα ακόμα λοιπόν μέσα σ΄ ένα «χρόνο» χιλιάδων ημερών. Σημαντική, όπως όλες της ζωής. Όποιος αντέχει ν΄αγαπήσει, ας ευχηθεί να έρθει τούτο το δώρο στη ζωή του. Όποιος μπορεί ν΄αντέξει να αγαπηθεί, ας το ζητήσει.
Από τα σύννεφα ως τους σκοτεινούς θαλασσινούς βυθούς ακούγονται οι ευχές.

Αληθινές αν είναι, γίνονται ζωή.

Όμορφα χρόνια γεμάτα ΘΕΛΩ, όνειρα, επιθυμίες. Κύκλοι να κάνουν τα χρόνια μας ενδιαφέροντα και Αγάπη όταν είμαστε έτοιμοι να τη ζητήσουμε να έρθει στη ζωή μας.

shape #5, image by Natassa Dialisma

shape #5, image by Natassa Dialisma

Αν πέθαινα απόψε, θα το μύριζες στον αέρα;

Αν πέθαινα απόψε, θα ψιθύριζες κάτι;

Μπορώ μόνο να δοθώ περισσότερο…

Έτσι υπάρχω.

Δέξου…θέλεις;

Αν πέθαινα απόψε…

Πρίν γίνω αυτό που είμαι, ήμουν αέρας,

Πήρα μορφή δίνοντας σου.

untitled #13, image by Natassa Dialisma

untitled #13, image by Natassa Dialisma

Julio Cortazar, Rayuela ή Ένας άντρας και μια γυναίκα

16 Δεκ.
5c_BW_DSC_0128

image by Natassa Dialisma & Gyan Gopal

 

Ένας άντρας και μια γυναίκα.

Δύο χέρια,  που αναζητούν το ένα το άλλο

άλλοτε απελπισμένα και άλλοτε χαρούμενα.

 

Κι αυτό,

Γιατί γεννήθηκαν, όταν πρωτοφιλήθηκαν.

Πέθαναν, όταν χώρισαν.

Έζησαν για λίγες εβδομάδες,

μόνο όσο αγαπήθηκαν……

 

5g_COL_DSC_0139

image by Natassa Dialisma & Gyan Gopal

 

Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του σώματός σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ, το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου.

 

5h_BW_DSC_0130

image by Natassa Dialisma & Gyan Gopal

Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή.

5h_BW_DSC_0094

image by Natassa Dialisma & Gyan Gopal

Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά. Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μ’ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος. Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω ν’ ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό.
Julio Cortazar, «Το κουτσό», κεφάλαιο 7

Μπορώ να μιλώ με τις ώρες.. Σκέψεις κι αισθήσεις να μην εκφράζονται.
Φτιάχνω εικόνες για να αγγίζω, να κυττάζω, ν΄ανασαίνω, για να μοιράζομαι τις σκέψεις.

Να ταξιδεύουν τα χέρια στην ιστορία του Δύο…αντέχεις;

 

5d_COL_DSC_0137

image by Natassa Dialisma & Gyan Gopal

 

Toco tu boca, con un dedo toco el borde de tu boca, voy dibujαndola como si saliera de mi mano, como si por primera vez tu boca se entreabriera, y me basta cerrar los ojos para deshacerlo todo y recomenzar, hago nacer cada vez la boca que deseo, la boca que mi mano elige y te dibuja en la cara, una boca elegida entre todas, con soberana libertad elegida por mν para dibujarla con mi mano en tu cara, y que por un azar que no busco comprender coincide exactamente con tu boca que sonrνe por debajo de la que mi mano te dibuja.

Me miras, de cerca me miras, cada vez mαs de cerca y entonces jugamos al cuclope, nos miramos cada vez mαs de cerca y nuestros ojos se agrandan, se acercan entre sν, se superponen y los cνclopes se miran, respirando confundidos, las bocas se encuentran y luchan tibiamente, mordiιndose con los labios, apoyando apenas la lengua en los dientes, jugando en sus recintos donde un aire pesado va y viene con un perfume viejo y un silencio. Entonces mis manos buscan hundirse en tu pelo, acariciar lentamente la profundidad de tu pelo mientras nos besamos como si tuviιramos la boca llena de flores o de peces, de movimientos vivos, de fragancia oscura. Y si nos mordemos el dolor es dulce, y si nos ahogamos en un breve y terrible absorber simultαneo del aliento, esa instantαnea muerte es bella. Y hay una sola saliva y un solo sabor a fruta madura, y yo te siento temblar contra mi como una luna en el agua.

(Rayuela, Capνtulo 7)

Αρέσει σε %d bloggers: